Μετά την απελευθέρωση η περιοχή του Αγίου Γεωργίου, που ως διοικητική μονάδα συνιστά το Δήμο Νεμέας, συνεχίζει την παραγωγή, κυρίως, δημητριακών και βεβαίως κρασιού. To 1839, στο κείμενο της Γεωγραφίας του Αδριανού Βάλβη που εκδίδεται στη Βιέννη, ανάμεσα στο Σοφικό και τον Άγιο Γεώργιο περιλαμβάνεται η φράση «εις τα πέριξ φύουσιν άριστος οίνος και σταφίδες», η δε αναφορά στο Λεόντι, έδρα του μέχρι το 1840 Δήμου Φλιούντος, συνοδεύεται από την πληροφορία ότι «το πάλαι ηύξανεν εις τα πέριξ άριστος οίνος».
Την ίδια χρονιά, το 1839 οι εξαγωγές αγιωργίτικου κρασιού στην Αργολίδα και αλλού, σύμφωνα με την εφημερίδα ΑΙΩΝ, ξεπερνούσαν τις 6.000 βαρέλες, δηλαδή περίπου 300.000 οκάδες, που ισοδυναμούν με 770 σημερινούς τόνους. Το 1885, όπως αναφέρει ο Μηλιαράκης, η συνολική παραγωγή κρασιού έφθασε τις 1.250.000 μπότσες, δηλαδή 2.400.000 οκάδες που ισοδυναμούν με 3.100 τόνους. Εάν ληφθεί υπ' όψη ότι το μισό αυτού του οίνου, δηλαδή οι 1.550 τόνοι, εξάγονταν εκτός του Δήμου Νεμέας, παρατηρούμε ότι μέσα σε 45 περίπου χρόνια διπλασιάσθηκαν οι τότε εξαγωγές του αγιωργίτικου.
Το 1868 ιδρύεται στα Εξαμίλια η Οινοποιία Τρίπου, που έμελε να δώσει στο αγιωργίτικο κρασί τα πρώτα του επίσημα εύσημα. Οι αδελφοί Τρίπου, αρχικά προμηθεύτηκαν από τους ντόπιους παραγωγούς του Αγίου Γεωργίου 20.000 οκάδες οίνου αλλά κατ' έτος αύξαναν την ποσότητα αυτή. Αγόρασαν μάλιστα και δικά τους 100 στρέμματα αμπέλια και έφτιαξαν αποθήκη οινοποιίας στον Άγιο Γεώργιο, που για οικονομικούς λόγους την πούλησαν μάλλον το 1876. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες εντοπίων, στο «Βόλιμο» της Νεμέας και στην περιοχή Κουτσίου, σώζονται τοπωνύμια «στου Τρύπα», για τον οποίο διασώθηκε η πληροφορία ότι ήταν χημικός, κάτι που αληθεύει για δύο από τα μέλη της οικογένειας Τρίπου, που είχαν σπουδάσει στη Γαλλία.
Στα Β΄ Ολύμπια, τη μεγάλη γεωργική έκθεση που έγινε το 1870, έλαβαν μέρος τόσο ο Δήμος Νεμέας με δύο φιάλες κρασί όσο και ο Σταμάτης Τρίπος με 10 φιάλες του 1868 και 20 του 1869, που απέσπασε χάλκινο μετάλλιο. Στα Γ΄ Ολύμπια, το 1875, ο Δήμος Νεμέας που εξέθεσε – πέραν άλλων προϊόντων του – και «μέλανα ρητινίτη οίνον Αγίου Γεωργίου», που ήταν «οίνος λαμπρώς ερυθρός έν τω μέλανι, ασθενώς μόνον ρητινωμένος, υπόγλυκυς και υποστύφων» πήρε χάλκινο βραβείο, ο δε οίνος των αδελφών Τρίπου, που εξέθεσαν 300 φιάλες μέλανα οίνου Αγίου Γεωργίου παραγωγής 1873, 13,5 αλκοολικών βαθμών, κρίθηκε άξιος του χρυσού νομισματοσήμου β΄τάξεως, ως «είς εκ των καλλιτέρων της Εκθέσεως .... Δια τε την ποιότητα και την αρίστην διατήρησιν, δια το ευρύ κατάστημα και δια την επιστημονικώς γενομένην αμπελοφυτείαν και τέλος δια τον κόσμον των φιαλών και επιγραφών».
Ο νεμεάτικος «οίνος Ακροκορίνθου» εξαγόταν από το «Οινολογικόν εργοστάσιον» Τρίπου στην Αμερική, στη Γερμανία και στο Μάντσεστερ και Λίβερπουλ της Αγγλίας, με επιμονή στη διατήρηση της ελληνικής επωνυμίας του και όχι με ξενικό όνομα π.χ. «Μπορντώ» όπως ζητούσαν οι Άγγλοι εισαγωγείς του και όπως συνήθιζαν να κάνουν από την Πάτρα και το Αργοστόλι οι Κλάους, Άμβουργερ και Τούλ, που εξήγαγαν τα ελληνικά κρασιά τους με γνωστές, εμπορικά, ξένες επωνυμίες όπως Porto, Malaga κλπ. Είναι ακόμα χαρακτηριστικό ότι στη Γερμανία ο αγιωργίτικος «οίνος Ακροκορίνθου» «συνιστάτο θερμώς παρά καταναλωτών, ιατρών και διευθυντών νοσοκομείων ως τε ευθηνότερος, ως τονοτικώτερος και υγιεινότερος του μέλανος οίνου του Βορδώ».




